Ο μπάρμπα Στέφανος

...
Fisher mit pfeife - Harry Haerendel
 
Κρατούσα, με θυμάμαι, πάντα μια κιθάρα στα χέρια μου και γέμιζα με μουσικές τις μεσημεριανές μου ώρες.

Τον ελεύθερό μου χρόνο. Άρχισα δειλά - δειλά να μεγαλώνω μαζί μ’ αυτή. Να θυμώνω τη φαντασία μου. Να δίνω τροφή στα όνειρά μου. Να δίνω στις σκέψεις μου ψυχή.

Τέτοιες ώρες σχεδόν περνούσε κι ο μπάρμπα Στέφανος, παλιός θαλασσόλυκος, με το ποδήλατό του έξω από το σπίτι μου και κοντοστεκόταν για να μ’ ακούσει: – Ε μικρέ, μου φώναζε, την αγαπάς την μουσική; -Μα και βέβαια, του απαντούσα. –Τότε να προσέχεις να μη σε αγαπήσει αυτή, μου έλεγε κι έφευγε χαμογελώντας. Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τα λόγια του. Πολλά χρόνια όμως. Είχε απόλυτο δίκιο.

Κάποια στιγμή με πέτυχε να κάθομαι στο παλιό παγκάκι μπροστά στη θάλασσα. Σταμάτησε, έβαλε στην άκρη το ποδήλατό του και ήρθε να κάτσει δίπλα μου.

–Κάποτε, μου είπε με το σοβαρό καπετανάτο του ύφος, γραφόταν τα τραγούδια μέσα σε σπίτια με κλειστά πατζούρια. Μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια. Δεν έχει αλλάξει κάτι. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Και τώρα το ίδιο πράγμα συμβαίνει. Ο ίδιος φόβος, ίσως και πιο πολύς. Αλλά άκουσέ με. Θέλω αυτά που θα σου πω να τα κάνεις δικά σου τραγούδια κάποια στιγμή. Είναι έξυπνοι οι εχθροί μας μικρέ μου φίλε, μα για να τους κερδίσεις πρέπει να γίνεις κι εσύ φίλος τους. Είναι έξυπνοι και βήμα – βήμα σε κάνουν εσένα εχθρό με τον ίδιο σου τον εαυτό. Σε ποτίζουν με άγχος, με νεύρα, με μίσος για το καθετί. Αυτός είναι ο πρώτος πόλεμος που πρέπει να κάνεις. Σε φτάνουν σε σημείο που δε ξέρεις τι πρέπει να μισείς και τι να αγαπήσεις. Να μην μπορείς να δεις μέσα από τα μάτια του άλλου. Να θυμώνεις με πράγματα ανούσια και να ξεχνάς τη ψυχή σου. Να γίνεται το εγώ σου θεριό ανήμερο και να μη σταματάς έστω κι αν φυτρώσουν μπροστά σου τα πρώτα παιδικά χαμόγελα. Να ζητάς συνέχεια χωρίς να απλώνεις ποτέ το χέρι σου να δώσεις κάτι. Αυτή είναι η ζωή μας πλέον. Ανήμπορη να αγαπήσει. Ανήμπορη να αγαπηθεί. Κι όταν στο τρομαγμένο σου πρόσωπο θα δεις να υποδέχεται η μια άσπρη τρίχα την άλλη, εκεί θα αρχίσεις να ξενυχτάς παρέα με το υπόλοιπο του χρόνου σου.

Και ποια είναι η αλήθεια; Καλοφτιαγμένο παραμύθι στα μέτρα των μικροαστών που ζουν από τύχη χωρίς να το ξέρουν. Χωρίς ιδέες. Χωρίς ιδανικά. Ελπίζοντας να φτιάξουν κάποια στιγμή το δικό τους σπίτι. Τη δική τους συνέχεια. Το δικό τους στερέωμα. Να μη χαλάσει η δική τους και μόνο η δική τους φαμίλια.

Βουνά από λύπη και μελαγχολία στους δρόμους με αγώνες χρόνων να καίγονται σαν τα σπαρτά. Μα στις καρδιές δεν μπαίνουν χειροπέδες μικρέ μου φίλε. Οι ψυχές δε χωράνε σε κλουβιά. Δεν κελαηδούν εκεί μέσα. Κι εμείς το ξέρουμε πολύ καλά αυτό. Θέλει δουλειά για να λυγίσεις τα σίδερα, μα θέλει και δυνατή φωτιά. Για να γίνει αυτό πρέπει να δώσεις τον πιο μεγάλο πόλεμο. Αυτόν που ο αντίπαλός σου θα είσαι εσύ και δεν πρέπει να τρομάξεις με αυτό που θα δεις. Ούτε πρέπει να το πάρεις αψήφιστα και να νομίζεις ότι τον ξέρεις. Ότι ξέρεις τις αντιδράσεις του και τις φοβίες του. Όχι, γιατί αυτός θα γυρίζει συνέχεια γύρω από ‘σένα μέχρι να σε κάνει να ζαλιστείς σαν τον καρχαρία που μυρίζει καλά το θήραμά του πριν επιτεθεί. Και να προσέχεις. Έχει κοφτερά δόντια. Δόντια φτιαγμένα από πλατίνα και χρυσό κι εσύ πρέπει να του τα βγάλεις ένα - ένα, να τα λιώσεις και μετά να τα πουλήσεις για να πάρεις πίσω για αντάλλαγμα τη ζωή σου. Και μαζί με αυτή κι ένα χώρο που θα φιλοξενήσεις τον άνθρωπο που με τα δικά του χέρια θα σου κλείσει τα μάτια όταν θα έρθει η ώρα της αποχώρησής σου από αυτόν τον κόσμο. Κι αυτά τα χέρια πρέπει να είναι καθαρά και μπολιασμένα με την αγάπη που εσύ θα τους έχεις δώσει. Πρέπει να είναι λουσμένα με μυρωδιές όμορφες. Πρέπει να τα ποτίσεις με τα δικά σου δάκρυα και με τη χαρά του κόπου που έκανες για να τα αποκτήσεις.

Είδες πως όλα γυρίζουν πάλι πάνω σε εμάς; Τα πάντα, φίλε μου, ξεκινούν και τελειώνουν σε εμάς και την ώρα του απολογισμού θέλει θάρρος. Πρέπει να σταθείς όρθιος και να μπεις κι εσύ στο βαγόνι των ταπεινών. Εκεί, παρέα με όλους τους εκλεκτούς.

Εκεί που η ζυγαριά δεν κάνει λάθος.

Εκεί που ο θεός παρέα με το διάολο κάνουν τις μοιρασιές. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Φτιάξε τραγούδια λοιπόν. Με ανοιχτά παράθυρα, χωρίς φόβο και θα δεις ότι όλες οι αύρες τις θάλασσας θα σε προστατεύουν για πάντα.

Καληνύχτα μικρέ. Πέρασε η ώρα κι εγώ πρέπει να πηγαίνω. Θέλω να ονειρευτώ τα χέρια που σου είπα πριν γιατί δεν κατάφερα ποτέ να τ’ αποκτήσω.
 
 
του Νεκτάριου Θεοδώρου,
από  «Το νύχι της γριάς», εκδόσεις 24γράμματα.

to-nyxi-tis-grias
εικόνα: "fisher mit pfeife", Harry Haerendel
 
Σού άρεσε το κείμενο? Έχεις κάτι να συμπληρώσεις, μήπως διαφωνείς σε κάτι? Γράψε ένα σχόλιο!
  • Δεν βρέθηκαν σχόλια